
Θεσσαλονίκη, 6 Ιουλίου 2016
Εισήγηση
τομεάρχη Παιδείας και Θρησκευμάτων της Νέας Δημοκρατίας
κ. Μάξιμου Χαρακόπουλου,
στην 23η Γενική Συνέλευση
της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ορθοδοξίας,
ΘΕΜΑ: «Η Ορθοδοξία στο σταυροδρόμι των προσφυγικών & μεταναστευτικών ροών
Εποχή κολοσσιαίων προκλήσεων και επείγουσας ανασύνταξης»
«Φίλες και φίλοι,
Ζούμε σε ταραγμένους καιρούς. Οι βεβαιότητες που καθόριζαν τη σχέση μας με τον κόσμο και το μέλλον του βρίσκονται υπό σοβαρή δοκιμασία.
Ιδιαίτερα, μετά την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, την αποκαθήλωση των μαρξιστικών δογμάτων, και την επικράτηση του δυτικού φιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης αλλά και της κοσμοαντίληψης που την συνοδεύει, ενισχύθηκε η ελπίδα αν όχι η πεποίθηση ότι πλέον είχαμε εισέλθει σε μια νέα εποχή.
Η ανθρωπότητα έμοιαζε να ατενίζει με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση ένα αύριο σίγουρο, όπου η ειρήνη, η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα θα ήταν απόλυτα εξασφαλισμένα.
Το «παγκόσμιο χωριό» έμοιαζε για αρκετό διάστημα να μην αποτελεί την ουτοπική σύλληψη κάποιων ρομαντικών ή πρωτοπόρων αλλά μια υπαρκτή δυνατότητα. Σε αυτήν την ατμόσφαιρα κάποιοι είχαν βιαστεί να μιλήσουν και για τέλος αυτής ακόμη της Ιστορίας.
Ωστόσο, οι ελπίδες αυτές άρχισαν εδώ και κάποια χρόνια να ξεθωριάζουν, οι προσδοκίες αποδείχθηκαν ψευδαισθήσεις και σήμερα κυριαρχεί μια γενικευμένη απαισιοδοξία.
Η οικονομική κρίση έχει κτυπήσει για τα καλά την πόρτα του λεγόμενου αναπτυγμένου κόσμου, και υπονομεύει χώρες και κοινωνίες. Η Ελλάδα ιδιαιτέρως, έχει βρεθεί στο μάτι αυτού του κυκλώνα και ακόμη αγωνιά για να εξέλθει από τη δίνη της ύφεσης.
Κοινωνικά στρώματα τα οποία έως και πρόσφατα θεωρούσαν ότι το επίπεδο διαβίωσής τους θα είχε μόνον βελτίωση βρίσκονται ενώπιον οδυνηρών εκπλήξεων.
Οι νέοι ανακαλύπτουν έναν κόσμο που λείπουν οι ευκαιρίες εργασίας, περιθωριοποιούνται κοινωνικά ή μεταναστεύουν. Τα θεμέλια του κράτους-πρόνοιας, που αποτελούσε την σπουδαιότερη κατάκτηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τρίζουν επικίνδυνα.
Συνάμα, τα φαντάσματα του πολέμου, της τρομοκρατίας, του εθνικισμού και ενός νέου ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού έχουν καταλάβει περίοπτη θέση στην ατζέντα.
Φίλες και φίλοι,
Βρισκόμαστε στην Θεσσαλονίκη, την ένδοξη συμβασιλεύουσα του Βυζαντίου, την πόλη του Αγίου Δημητρίου και των μεγάλων Ελλήνων Κυρίλλου και Μεθοδίου, φωτιστών των Σλάβων. Την πόλη που διακόνησε ως Αρχιεπίσκοπος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και σήμερα, ως συμπρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, παραμένει διαρκές σύμβολο της ελληνικότητας της Μακεδονίας από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Μια πόλη που, λόγω της θέσεώς της, ανέκαθεν υπήρξε ένα παρατηρητήριο των εξελίξεων στα Βαλκάνια, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στην Εγγύς και Μέση Ανατολή. Κοιτάξτε, λοιπόν, από εδώ τα όσα σήμερα συμβαίνουν στην ευρύτερη γειτονιά μας και που αποδεικνύουν την κρισιμότητα της κατάστασης:
στην Ουκρανία μιλούν ακόμη τα όπλα, στα Βαλκάνια επανακάμπτουν αναθεωρητικοί εθνικισμοί, στην ανατολική Ευρώπη παγιώνεται μια νέα θερμή γραμμή αντιπαράθεσης ΝΑΤΟ-Ρωσίας, στην Τουρκία μαίνεται η εσωτερική σύγκρουση με τον κουρδικό πληθυσμό ενώ εκδηλώνεται ένα κύμα αιματηρής τρομοκρατίας, και βεβαίως στη Μέση Ανατολή η κατάσταση παραμένει τραγική.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής γράφτηκε ίσως η πιο επώδυνη διάψευση των οπαδών της ταχείας παγκοσμιοποίησης. Η ψευδαίσθηση ότι το δυτικό πρότυπο θα μπορούσε να μεταφερθεί αυτούσιο σε κοινωνίες εντελώς ξένες, με άλλες αρχές και κανόνες λειτουργίας, κατέληξε σε μια τραγωδία.
Η «αραβική άνοιξη» άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, φέρνοντας μια ανείπωτη καταστροφή. Ο πόλεμος στη Συρία, πρωτίστως, αλλά και στη Λιβύη έχει προκαλέσει το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, την καταστροφή υποδομών, και μια ανθρωπιστική τραγωδία τεραστίων διαστάσεων.
Το αποτέλεσμα ήταν η μαζική έξοδος των προσφύγων του πολέμου προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Τα καραβάνια των προσφύγων ήλθαν να ενωθούν με αυτά των μεταναστών από περιοχές που παρουσιάζουν δημογραφική έξαρση και πλήττονται από τη φτώχεια, την ανασφάλεια και τις διακρίσεις.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι από την Ασία και την Αφρική πήραν το δρόμο για τη νέα Γη της Επαγγελίας, τη νέα Εδέμ, την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η εποχή μας θυμίζει σε πολλά αυτή των μεγάλων μεταναστεύσεων την περίοδο της Pax Romana και των πρώτων αιώνων του Βυζαντίου, όταν λαοί από το βορρά και την ανατολή αναζητούσαν την επιβίωση και τον πλούτο.
Η Ευρώπη ανακάλυψε ξαφνικά πόσο κοντά βρίσκεται στις εστίες των συγκρούσεων. Και το ανακάλυψε τη στιγμή που η ίδια περνάει μια βαθιά κρίση σε πολλά επίπεδα. Συνέπεια της νέας πραγματικότητας υπήρξε ο διχασμός της Ευρώπης. Διχασμός τόσο μεταξύ των κρατών όσο και μεταξύ των πολιτών.
Το ένα στρατόπεδο βλέπει στους νέους μετανάστες το νέο αίμα που θα αναζωογονήσει την γερασμένη Ευρώπη, που θα δώσουν νέα ορμή στην κουρασμένη οικονομία, καθώς είναι πηγή φθηνού εργατικού δυναμικού, που θα φέρουν εγγύτερα το τέλος των εθνών-κρατών, δημιουργώντας τον πολυπολιτισμικό χώρο που αναμένουν οι οπαδοί της παγκοσμιοποίησης.
Το άλλο στρατόπεδο αντικρίζει με τρόμο τις στρατιές των νεοφερμένων. Βλέπει σε αυτούς έναν πληθυσμό που έχει άλλα ήθη, άλλες συνήθειες. Και που δεν είναι διατεθειμένος να τις αλλάξει με τις αρχές που βρίσκει στις χώρες της διαμονής του –όχι μόνον τις χριστιανικές αλλά ούτε καν αυτές του διαφωτισμού.
Αυτή η μερίδα ανησυχεί ότι χάνονται οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η ταυτότητα των ανθρώπων του. Παράλληλα, συνδέει την αύξηση της ανεργίας με την έλευση ενός νέου, χαμηλά αμειβόμενου, εργατικού δυναμικού. Τέλος, θεωρεί ότι η ένταση του φαινομένου της τρομοκρατίας, κυρίως από ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις, έχει άμεση σχέση με την έλευση των μεταναστών.
Ως αποτέλεσμα αυτού του διχασμού παρακολουθήσαμε αποφάσεις πρωτοφανείς, όπως το κλείσιμο των συνόρων με συρμάτινους φράχτες, την ίδια ώρα που άλλες χώρες και κοινωνίες των πολιτών καλοδέχονταν τους νεοφερμένους.
Ο ευρωπαϊκός κόσμος έμεινε διαιρεμένος χωρίς να συμφωνήσει σε μια ενιαία στάση. Και δυστυχώς, αυξήθηκε κατακόρυφα η ξενοφοβία αλλά και η διάθεση για περίκλειστες επικράτειες που υποτίθεται θα κρατήσουν μακριά το πρόβλημα από τον οίκο του καθενός. Κι αυτή η τάση συμβάλλει καθοριστικά στην έκβαση εκλογικών αναμετρήσεων, όπως η πρόσφατη στην Αυστρία για εκλογή νέου προέδρου, ή σε δημοψηφίσματα, όπως αυτό στην Μεγάλη Βρετανία.
Ποια λοιπόν, πρέπει να είναι η δική μας η στάση, των Ορθοδόξων, αν υποθέσουμε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια στάση αρχών, εδρασμένη στην πίστη μας και στις παραδόσεις μας;
Αναλογιζόμενοι την πολυδιάστατη φύση του σύγχρονου μεταναστευτικού φαινομένου αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό δεν επιδέχεται μονοδιάστατες απαντήσεις.
Οπωσδήποτε εκπροσωπούμε έθνη και πολίτες που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα και αυτά δεν επιτρέπεται να τα παραγνωρίσουμε. Δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια και να αγνοήσουμε τους πιθανούς κινδύνους από μια διαρκή και γιγαντιαίων διαστάσεων μεταναστευτική κίνηση προς τις χώρες μας.
Είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθούν σειρά από παρενέργειες σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό επίπεδο, όπως επίσης στο πεδίο της ασφάλειας. Και αυτό θα είναι μια φυσιολογική εξέλιξη όταν έχουμε ταχύτατες και δραστικές αλλαγές.
Από την άλλη ωστόσο, ως Ορθόδοξοι, ως άνθρωποι που αναγνωρίζουμε στην Αγάπη τον στύλο της πίστεώς μας, και μάλιστα την Αγάπη που δεν διαχωρίζει, γιατί όπως είπε και ο Απόστολος των Εθνών «οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ». (Προς Γαλάτ. 3,28), οφείλουμε να αρθούμε υπεράνω των συγκυριών και να προσεγγίσουμε το πρόβλημα στην ανθρώπινη διάστασή του.
Αυτό σημαίνει ότι ο ανθρώπινος πόνος είναι και δικός μας πόνος, ανεξάρτητα από το ποιος είναι αυτός που πονά, ανεξάρτητα από τη θρησκεία, την φυλή ή το φύλο του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα ανέδειξε αυτές τις αξονικές αρχές της πίστης μας καθ’ όλη την διάρκεια των αφίξεων προσφύγων και μεταναστών. Όπως επίσης διαρκώς εκδηλώνει την μέριμνά της προς τους αναξιοπαθούντες διευρύνοντας το φιλανθρωπικό της έργο άνευ διακρίσεως.
Το ήθος αυτό της Ορθοδοξίας, εμπεδωμένο στη ένδοξη περίοδο της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή του Βυζαντίου ως είθισται να την ονομάζουμε, είναι ακόμη ζωντανό και συνιστά την πολυτιμότερη κληρονομιά μας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η απροθυμία για την από κοινού αντιμετώπιση του ζητήματος, η ύψωση φραχτών, η άσκηση βίας ακόμη, εκ μέρους κάποιων ευρωπαϊκών κρατών έρχονται σε αντίθεση με τον πυρήνα της χριστιανικής πίστης. Κι εδώ καραδοκεί ένας πραγματικός κίνδυνος που θα πρέπει να τον αποτρέψουμε προτού προλάβει να δηλητηριάσει το νου και τις ψυχές των ανθρώπων.
Θα ήταν, λοιπόν, ασυγχώρητο εκ μέρους μας αν ως υπεύθυνοι πολιτικοί δεν λαμβάναμε ορθές αποφάσεις ώστε να επιλύσουμε το πρόβλημα κι όχι απλώς να το διαχειριστούμε έως ότου γίνει ανεξέλεγκτο.
Αυτό προϋποθέτει ότι θα επιδιώξουμε να ιάσουμε τις αιτίες του προβλήματος στην πηγή του. Δηλαδή, να επιβάλλουμε την ειρήνη στα πολεμικά μέτωπα που προκαλούν την έκρηξη της προσφυγιάς.
Αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει στη Συρία, στο Ιράκ, στη Λιβύη και στο Αφγανιστάν, όπου μαίνονται ακόμη μάχες να πετύχουμε μια κοινή παρέμβαση που θα σταματήσει τον πόλεμο, θα εξολοθρεύσει τις εστίες των εξτρεμιστών και κυρίως θα δώσει προοπτική μέσω μιας γιγαντιαίας ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων χωρών που θα επιτρέψει όχι μόνον την ανακοπή των προσφυγικών εκροών αλλά και την επιστροφή των προσφύγων που έχουν εκπατρισθεί.
Δι’ αυτού του τρόπου, θα γίνει δυνατή και η παραμονή των εναπομεινάντων χριστιανών στο λίκνο της χριστιανοσύνης, στην Μέση Ανατολή, όπου βρίσκονται υπό την δαμόκλειο σπάθη της φυσικής τους εξόντωσης, και έτσι οδηγούνται στο δρόμο της ξενιτιάς, κάνοντας το τέλους του χριστιανισμού στην περιοχή να μοιάζει αναπόφευκτο.
Όπως ανέφερε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος πρόσφατα στη Βέροια «πόσοι χριστιανοί σήμερα επώνυμοι και κυρίως ανώνυμοι στην πόλη της Δαμασκού, στη Συρία, στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την οικουμένη, φεύγουν με τα σύγχρονα δίκτυα, για να σωθούν, εξ εκείνων οι οποίοι δεν ανέχονται την πίστην εις τον Χριστόν και την μαρτυρίαν του και βαδίζουν εν αγωνία την οδόν της προσφυγιάς, την οδόν ενός νέου τύπου μαρτυρίου».
Αλλά και στο τελικό κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου καταδικάζεται το φαινόμενο «της μονίμου τάσεως αυξήσεως των καταπιέσεων και διώξεων των χριστιανών και άλλων κοινοτήτων, εξ αιτίας της πίστεως αυτών, εις την Μέσην Ανατολήν και αλλαχού, καθώς και αι απόπειραι εκριζώσεως του Χριστιανισμού εκ των παραδοσιακών κοιτίδων αυτού».
Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε αυστηροί με όσους καταδιώκουν τους αδελφούς μας, αλλά και με όσους χρησιμοποιούν το μεταναστευτικό πρόβλημα και τους ταλαίπωρους πρόσφυγες για ιδιοτελείς πολιτικούς σκοπούς, ως όργανα εκβιασμού ή ως χαρτιά σε αλλότριες διαπραγματεύσεις.
Αυτές τις πρακτικές έχουμε καθήκον να τις αποκαλύπτουμε και να τις καταδικάζουμε ως ξένες με κάθε ανθρωπιστική αξία, με όποιο προκάλυμμα και αν εμφανίζονται.
Το εγχείρημα, βεβαίως, φαντάζει πελώριο, ωστόσο, είναι το μοναδικό που μπορεί να δημιουργήσει τις αναγκαίες ισορροπίες, που θα αποτρέψει την αναπόφευκτη κοινωνική αναταραχή στις χώρες εγκατάστασης, και που θα φέρει την άνθιση στις χώρες προέλευσης.
Ένα σχέδιο, όμως, οικονομικής ανασυγκρότησης απαιτείται και για τις χώρες που ως βασική αιτία της μαζικής μετανάστευσης έχουν την μεγάλη φτώχεια.
Ως Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας έχουμε καθήκον να δώσουμε το στίγμα μας στις εξελίξεις, να μην επιτρέψουμε να διολισθήσει ο πλανήτης σε φθοροποιές έριδες και διαλυτικές διαδικασίες.
Εμείς οι Ορθόδοξοι καλούμαστε να δώσουμε την πνευματικότητα που απουσιάζει σε μια εποχή που φαίνεται να μέθυσε από την υλική ευμάρεια και την αίσθηση της απόλυτης δύναμης που προσδίδουν τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης.
Γιατί χωρίς ηθικά ερείσματα και χωρίς στέρεα πνευματικά θεμέλια ο κόσμος μας θα είναι πάντοτε εύθραυστος, όλες οι προσπάθειες θα καταλήγουν στην αποτυχία, σε μια σισύφεια ανάβαση χωρίς λυτρωτικό τέρμα.
Φίλες και φίλοι,
Η Μεγάλη και Αγία Σύνοδος που διεξήχθη προ ημερών στην Κρήτη έδειξε την οδό της ενότητας των Ορθοδόξων και, παρά τα όποια πρόσκαιρα ελπίζω, προβλήματα που ανέκυψαν, στην οδό αυτή θα βαδίσουμε όλοι δίδοντας απαντήσεις στα ζέοντα προβλήματα της εποχής μας, μεταξύ αυτών και στο μεταναστευτικό».