
Λάρισα, 27 Μαΐου 2016
Ομιλία
του Τομεάρχη Παιδείας και Θρησκευμάτων ΝΔ,
μέλους της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας,
βουλευτή Λαρίσης,
κ. Μάξιμου Χαρακόπουλου
στην Κεντρική Εκδήλωση των Ποντιακών Συλλόγων Λάρισας
για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Ευξείνου Πόντου:
“Από την Γενοκτονία των πληθυσμών στην Γενοκτονία της Μνήμης
Δράσεις και πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας”
«Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Κάθε συζήτηση για το μέγα ζήτημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου νομίζω ότι πρέπει να ξεκινά έχοντας ως δεδομένα κάποιες αναμφισβήτητες γενικές αλήθειες:
α) Οι διώξεις, οι σφαγές, τα μαρτύρια του Ποντίων ήταν μέρος ενός ευρύτερου, καλά οργανωμένου σχεδίου που είχε ως σκοπό την ολοκληρωτική εξάλειψη όλων των Χριστιανών της Ανατολής. Δεν ήταν δηλαδή αποτέλεσμα αυθόρμητων ενεργειών, απώλειες πολεμικών πράξεων ή αποσπασματικές ενέργειες. Όπως σημείωνε σε αναφορά του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο Τζωρτζ Χόρτον, Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη την περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής, «όλες οι σφαγές που έχουν γίνει στην ιστορία του τουρκικού λαού σε βάρος πληθυσμών, διατάσσονταν πάντα από ανώτερες αρχές και δεν αποτελούσαν πρωτοβουλία κατώτερων αξιωματικών ή αυθόρμητες βιαιότητες του όχλου».
Και κατ’ αυτόν τον τρόπο απαντά πλήρως στον ορισμό που δίδει στις γενοκτονίες ο ΟΗΕ ήδη από το 1948
β) Η Γενοκτονία, όπως είπαμε, αφορούσε όλο τον χριστιανικό πληθυσμό της Ανατολής: Έλληνες του Πόντου, της Μικράς Ασίας και όπου αλλού, αλλά και Αρμένιους και Ασσύριους. Το οθωμανικό και στη συνέχεια το τουρκικό κράτος επεδίωξε την θρησκευτική και εθνική ομοιογένεια δια της βάρβαρης βίας.
γ) Η Γενοκτονία των πληθυσμών στην Τουρκία μπορεί να τελείωσε τυπικά το 1923, με τη συνθήκη της Λωζάνης και την ανταλλαγή των πληθυσμών, στην πραγματικότητα όμως συνεχίστηκε με άλλους τρόπους: τόσο με την βίαιη εκδίωξη των Ρωμιών της Πόλης και των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου, όσο και με την Γενοκτονία της Μνήμης που συνεχίζει ως σήμερα να λαμβάνει χώρα από την τουρκική κυβέρνηση. Με την μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά, με καταστροφές νεκροταφείων, οικημάτων και μνημείων.
δ) Η Γενοκτονία των Χριστιανών της Ανατολής των αρχών του 20ού αιώνα συνεχίζεται σήμερα στην Μέση Ανατολή, απειλώντας να εξαφανίσει δια παντός την δισχιλιετή παρουσία τους στην περιοχή της γέννησης του χριστιανισμού.
Κάθε προσέγγιση επομένως της Γενοκτονίας στον Πόντο πρέπει να τίθεται σε αυτό το πλαίσιο. Οι απόπειρες αμφισβήτησης των ιστορικών γεγονότων είτε από ιστορική άγνοια είτε εξαιτίας ιδεοληψιών είναι πράξεις απαράδεκτες και καταδικαστέες. Πράξεις που ρίχνουν νερό στο μύλο της ιστορικής αμνησίας, που μονίμως συντηρεί η τουρκική πλευρά για να μην αποδεχθεί την ευθύνη των τραγικών συμβάντων που άλλαξαν την εικόνα της ανατολικής Μεσογείου, βάζοντας τέλος σε μια φωτεινή παρουσία του ελληνικού πληθυσμού για τρεις χιλιάδες χρόνια.
Το έγκλημα, όμως, δεν παραγράφεται και δεν συγχωρείται από την ιστορία. Και δική μας ευθύνη είναι να θέτουμε τις δυνάμεις μας, από τη θέση που ο καθένας υπηρετεί το δημόσιο βίο, στην αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης. Όχι για λόγους αντεκδίκησης. Αλλά γιατί το οφείλουμε στα εκατομμύρια θύματα της Γενοκτονίας, και γιατί μόνον με σχέσεις ειλικρίνειας μπορούμε να έχουμε και σχέσεις πραγματικής φιλίας και συνεργασίας με τους γείτονες. Σε κάθε άλλη περίπτωση η σκιά του παρελθόντος θα βαραίνει το παρόν και το μέλλον αυτών των σχέσεων.
Φίλες και φίλοι,
Το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε φοβικά και αποσπασματικά το ζήτημα της γενοκτονίας. Χρειάστηκε να περάσουν πάνω από 70 χρόνια από την τελευταία πράξη της γενοκτονίας, τη μικρασιατική καταστροφή, προκειμένου να αναγνωρίσει αρχικά το 1994 τη γενοκτονία των Ποντίων και το 1998 των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Αυτός ο φοβικός και αποσπασματικός τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος της γενοκτονίας χαρακτηρίζει έκτοτε τη στάση της ελληνικής πολιτείας ασχέτως κυβερνήσεων.
Όσον αφορά στο αποσπασματικό, όπως πολλές φορές έχω τονίσει η γενοκτονία των Ποντίων, Μικρασιατών και εν γένει των Ελλήνων που ζούσαν στα εδάφη της πάλι ποτέ οθωμανικής αυτοκρατορίας εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο εξαφάνισης των χριστιανών της Ανατολής, στο πλαίσιο της μετάλλαξης της πολυεθνικής αυτοκρατορίας σε έθνος-κράτος.
Γι’ αυτό και στις 25 Ιουλίου 2006 καταθέσαμε 7 βουλευτές Πρόταση Νόμου ζητώντας την «Καθιέρωση της 19ης Μάιου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής, Πόντου, Μικράς Ασίας και Θράκης από το Τουρκικό Κράτος». Επισημαίναμε τότε ότι «Η νομοθετική πολυδιάσπαση του γεγονότος (της γενοκτονίας), η τέλεση εκδηλώσεων μνήμης σε διαφορετικές ημερομηνίες και άλλες χωριστές ενέργειες αποδυναμώνουν εξ ορισμού τη δυνατότητα διεθνοποίησης και διεκδίκησης της αναγνώρισής του από την παγκόσμια κοινότητα και τις ξένες κυβερνήσεις. Αυτό που αδόκιμα κάναμε εμείς είναι ωσάν οι Εβραίοι να τιμούσαν και να διεκδικούσαν ξεχωριστές αναγνωρίσεις για το Ολοκαύτωμα πχ των Ελλήνων Εβραίων, Πολωνών Εβραίων, Γάλλων κλπ. Ή οι Αρμένιοι να ζητούσαν ξεχωριστές αναγνωρίσεις για τη γενοκτονία των Αρμενίων της Ιωνίας, της Κωνσταντινούπολης, ή του Πόντου. Προέχει προφανώς η διεθνής αναγνώριση της γενοκτονίας και αυτή δεν πρόκειται να γίνει με σαλαμοποίηση αλλά με ενιαία προβολή και διεκδίκηση του γεγονότος».
Στις 5 Αυγούστου του 2011, έκανα το επόμενο βήμα καταθέτοντας ερώτηση προς τον Υπουργό Εξωτερικών με αίτημα να εξεταστεί το ενδεχόμενο συνεργασίας και συντονισμού με την αρμενική εθνοσυνέλευση, οργανώσεις της διασποράς των Αρμενίων και Ασσυρίων για τη θεσμοθέτηση της ενιαίας αναγνώρισης της γενοκτονίας των χριστιανικών λαών της Ανατολής.
Και είναι ιδιαίτερη ευτυχής η συγκυρία της εκδήλωσης που επέτρεψε την παρουσία και του καλού συναδέλφου και φίλου στη Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας Αραγκάτς Αχογιάν που βρέθηκε στην Αθήνα για τα εγκαίνια της Έκθεσης για το Άγιον Όρος, με αφορμή τα χίλια χρόνια παρουσίας Ρώσων μοναχών στον Άθω.
Θέλω να τον ευχαριστήσω που χωρίς δεύτερη σκέψη αποδέχθηκε την πρόταση να έρθει στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Είναι ιδιαίτερη τιμή και χαρά. Τον ευχαριστώ κυρίως για όσα κάνει για τους κρυφο-αρμένιους της Τουρκίας, ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας μαζί με εκείνο των Ποντίων κρυπτοχριστιανών.
Φίλες και φίλοι,
Ο φοβικός τρόπος αντιμετώπισης της γενοκτονίας υπό την απειλή αντιδράσεων της Τουρκίας φάνηκε νωρίς. Πέραν της χρονικής καθυστέρησης της αναγνώρισης το ελληνικό κράτος δείχνει διστακτικό να ολοκληρώσει το επόμενο βήμα της διεθνοποίησης του ζητήματος.
Ενώ η βουλή εξέδωσε τον τόμο του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη –αφού πέρασε από 40 κύματα- δεν προχώρησε ποτέ στην έκδοσή του σε έξι γλώσσες και στην αποστολή του στα κοινοβούλια όλου του κόσμου, διπλωματικές υπηρεσίες, πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα, όπως ήταν ο αρχικός σχεδιασμό.
Επ’ αυτού, κατ’ επανάληψη ενόχλησα περισσότερους του ενός προέδρους της βουλής. Μάλιστα, στις 21 Δεκεμβρίου του 2010, παραμονές Χριστουγέννων, όταν συζητείτο ο προϋπολογισμός, επέδωσα επιστολή στον κ. Πετσάλνικο που υπέγραφαν 114 βουλευτές όλων των κομμάτων, για την επανέκδοση του τόμου με τα τεκμήρια της Γενοκτονίας από το «Ίδρυμα της βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία».
Δυστυχώς δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Έτσι, σε συνεννόηση με το συγγραφέα παρακάλεσα τον επόμενο πρόεδρο Βαγγέλη Μειμαράκη να επιστρέψει τα πνευματικά δικαιώματα του τόμου στον καθηγητή Φωτιάδη προκειμένου ο ίδιος να προχωρήσει στην επανέκδοση του βιβλίου στην ελληνική και ξένες γλώσσες. Όπως και έγινε.
Με τον ίδιο φοβικό τρόπο στον αντιρατσιστικό νόμο επιχειρήθηκε διαφοροποίηση της αντιμετώπισης των αρνητών του Ολοκαυτώματος από τη γενοκτονία των χριστιανών της Ανατολής. Το επιχείρημα φαιδρό: Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων το αναγνωρίζει η διεθνής κοινότητα, ενώ τη γενοκτονία των Ποντίων ή των Αρμενίων μόνο ορισμένα κράτη ή πολιτείες των ΗΠΑ. Και λέω φαιδρό διότι στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος ο θύτης, η Γερμανία, όχι μόνο δεν προβάλει εμπόδια, αλλά η ίδια έχει αναγνωρίσει το έγκλημα των ναζί.
Στην περίπτωση της γενοκτονίας των χριστιανών της Ανατολής ο θύτης, η Τουρκία, όχι μόνο δεν συμβιβάζεται με την αναγνώριση των μελανών σελίδων της ιστορίας της, αλλά φτάνει στο σημείο να απειλεί με διακοπή διπλωματικών σχέσεων, όταν κάποια χώρα εξετάζει την αναγνώριση της γενοκτονίας για παράδειγμα των Αρμενίων στη Γαλλία.
Δυστυχώς, πλέον, το αίτημα της διεθνούς αναγνώρισης της γενοκτονίας υπονομεύεται εκ των έσω, καθώς για πρώτη φορά έχουμε υπουργό αρνητή της γενοκτονίας, τον υπουργό Παιδείας κ. Φίλη. Και μπορεί αργά ή γρήγορα ο κ. Φίλης να αποτελεί παρελθόν ως υπουργός, ωστόσο, μην έχουμε αυταπάτες η ζημιά που έχει προκαλέσει στην εθνική υπόθεση είναι ανυπολόγιστη διότι όσα είπε ως υπουργός θα τα συναντούμε ως εμπόδιο στην προσπάθεια διεθνοποίησης της γενοκτονίας. Ο θύτης θα είναι εκείνος που θα τα επικαλείται πρώτος. «Τι μας λέτε για γενοκτονία όταν ο ίδιος ο Έλληνας υπουργός Παιδείας αρνείται ότι διεπράχθη».
Από το φοβικό τρόπο αντιμετώπισης του γεγονότος περνούμε πια στην αντιμετώπισή του υπό το πρίσμα ιδεοληπτικών εμμονών. Μετά τα γνωστά περί “συνωστισμού” στο βιβλίο ιστορίας της κ. Ρεπούση, πλέον, επί υπουργού κ. Φίλη εξαιρείται από την εξεταστέα και επομένως και από την διδακτέα ύλη, το κεφάλαιο της ιστορίας για τον Παρευξείνιο Ελληνισμό που περιέχει και τα γεγονότα της γενοκτονίας.
Φίλες και φίλοι,
Το επόμενο στάδιο της γενοκτονίας των πληθυσμών είναι η γενοκτονία των μνημείων με στόχο τη γενοκτονία της μνήμης. Στη δεκαετία του ’50 υπήρξε συστηματικό σχέδιο καταστροφής εκκλησιών και χριστιανικών μνημείων στη Μικρά Ασία. Όσες δεν καταστράφηκαν μετατράπηκαν σε τζαμιά. Και δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, ακόμη και βυζαντινοί ναοί που είχαν γίνει από τον Κεμάλ μουσεία μετατρέπονται και πάλι σε τζαμιά.
Μετά την Αγία Σοφία στη Νίκαια της Βιθυνίας και την Αγία Σοφία στην Ανδριανούπολη που έγιναν τζαμιά, και η Αγία Σοφία στην Τραπεζούντα, λίγο μετά την πρώτη μετά την μικρασιατική καταστροφή λειτουργία του Οικουμενικού Πατριάρχη στην Παναγία Σουμελά το 2010, μετατράπηκε σε τέμενος.
Μάλιστα υπήρξαν καταγγελίες από το τοπικό επιμελητήριο στην “Τζουμχουριέτ” ότι υπήρξαν καταστροφές σε τοιχογραφίες και ψηφιδωτά κατά τη μετατροπή σε τζαμί του βυζαντινού μνημείου του 13ου αιώνα, που αποτελεί ένα από τα σύμβολα του ποντιακού ελληνισμού. Για το θέμα κατέθεσα την προηγούμενη εβδομάδα ερώτηση στη βουλή ζητώντας από το υπουργείο Εξωτερικών να θέσει το θέμα σε διεθνείς οργανισμούς.
Γιατί αυτή η εμμονή με τους ναούς της Αγίας Σοφίας; Προφανώς γιατί λειτουργεί συνειρμικά στο φανατικό ισλαμικό κοινό της γείτονος που επιθυμεί τη μετατροπή και αυτής της Αγιασοφιάς στην Πόλη σε τζαμί. Ελπίζω να μην το ζήσουμε.
Φίλες και φίλοι,
Πολλοί μου λένε, οι Πόντιοι στη Λάρισα είναι ελάχιστοι. Για ποιο λόγο πρωτοστατείς όλα αυτά τα χρόνια στη βουλή για τα ζητήματα των αλησμόνητων πατρίδων. Όσοι με τιμούν παρακολουθώντας τη δράση μου γνωρίζουν την απάντηση. Υπερασπίζομαι την αλήθεια, τα πιστεύω μου, τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσα.
Σας ευχαριστώ».

Εισήγηση
από το Μέλος της Εθνοσυνέλευσης της Δημοκρατίας της Αρμενίας,
μέλους της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας,
κ. Αραγκάτς Αχογιάν
στην Κεντρική Εκδήλωση των Ποντιακών Συλλόγων Λάρισας
για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Ευξείνου Πόντου:
“Γενοκτονία και Προκλήσεις”
«Περισσότερα από 100 χρόνια έχουν περάσει από την πανανθρώπινη τραγωδία, όταν στην Οθωμανική Τουρκία ξεκίνησε η μαζική και οργανωμένη πολιτική της γενοκτονίας ενάντια στις μη-τουρκικές εθνότητες των Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυρίων, Εζίντι και Αλεβίτες του Ντερσίμ. Τουλάχιστον υπό τα τρία τουρκικά καθεστώτα: Χαμιτικό, Νεοτουρκικό και Κεμαλικό, οι μη- τουρκικοί λαοί που κατοικούσαν στην Μικρά Ασία υπέστησαν στοιχειωμένο και διοικούμενο από την κεντρική εξουσία αφανισμό –τη γενοκτονία. Αυτή η πικρή αλήθεια είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, όχι μόνο για μας, τους κληρονόμους, αλλά και για όλη την ανθρωπότητα, συμπεριλαμβανομένων και των Τούρκων και είναι περιττό να καταβάλλουμε και άλλες προσπάθειες για να αποδείξουμε αυτό το γεγονός.
Δυστυχώς, όμως στη σημερινή Τουρκία λίγα πράγματα έχουν αλλάξει, εκεί, είμαστε μάρτυρες όταν κάθε φορά γίνεται αναφορά σε πανανθρώπινες αξίες και τη θρησκευτική ανεκτικότητα, οι λέξεις χάνουν την αξία τους. Εκεί, υπό την αιγίδα των δήθεν πατριωτικών συνθημάτων το εθνικιστικό βαθύ κράτος χαρακτηρίζει όποιων διαφωνεί ως προδότη. Εκεί, δεν ανέχονται να ομολογήσουν τις καταστροφικές σελίδες της ιστορίας τους, να μετανοήσουν, να αρχίσουν τη συμφιλίωση και να βρουν λύσεις για την επίλυση των προβλημάτων. Και ενώ η επίσημη Άγκυρα διαβεβαιώνει για την πολιτική καθήλωσή της στις ευρωπαϊκές αξίες, την ίδια στιγμή συνεχίζεται η πολιτική της γενοκτονίας, οι ρίζες της γενετικής μνήμης της οποίας έχουν κληρονομηθεί από την εποχή του Αβντούλ Χαμίτ, τους Νεότουρκους και Κεμαλικούς. Και μέσω αυτών των παλαιών μεθόδων η Άγκυρα προσπαθεί να δώσει λύση στο Κουρδικό ζήτημα.
Από την άλλη πλευρά, συνεχίζουν να υπάρχουν άνθρωποι στην περιοχή της Μικράς Ασίας που κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας, συνειδητά ή όχι, έχουν απομακρυνθεί από την ταυτότητά τους. Άνθρωποι, στους οποίους η μοίρα υπήρξε πιο σκληρή απ’εκείνη των θυμάτων. Εκείνοι, που έχουν χάσει το «εγώ» τους και λόγο καθημερινού φόβου παριστάνουν τους αδιάφορους πολίτες, στην πραγματικότητα είναι οι αδελφές και τα αδέλφια μας, που απαριθμούνται χιλιάδες και πλέουν απροστάτευτοι και εγκαταλελειμμένοι στην τουρκική αιματηρή θάλασσα. Έχοντας υποστεί εξισλαμισμό, καταπίεση, καταστροφή της εθνικής τους συνείδησης, εν τέλει, έχουν ξεχασθεί. Μέσω της καλλιέργειας της τουρκικής ταυτότητας και διάδοσης της τουρκικής καταγωγής, πολλοί απ’αυτούς αντιλαμβάνονται τους αέναους δήμιούς τους ως «δικούς» τους ανθρώπους. Η εθνική τους κουλτούρα, η γλώσσα και οι παραδόσεις τους με κάθε τρόπο συνδέονται με τις τουρκικές. Εμείς, ως απόγονοι των επιζώντων, θα έχουμε διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα προς τη μνήμη των προγόνων μας, αν δεν φωτίσουμε με το φάρο της ταυτότητάς μας τους χαμένους συμπατριώτες μας.
Ο ενοποιητικός κρίκος που θα συνδέσει εμάς και τους συμπατριώτες μας, οι οποίοι έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις, με την πατρίδα μας, είναι ο πολιτισμός, η διατήρηση του οποίου αποτελεί ύψιστη αξία. Ο πολιτισμός είναι μια ισχυρή δύναμη και πρέπει να τον μεταφέρουμε στους συμπατριώτες μας. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να δεχθούμε αυτό που έχουν διατηρήσεις οι ίδιοι. Μαζί μ’εκείνους θα βρούμε τις συνήθειες και τους δεσμούς μας. Ποιος είπε, ότι οι βιαίως εξισλαμισμένοι συμπατριώτες μας έχουν χαθεί απελπιστικά στα κύματα της τουρκοποίησης; Εάν δεν έχουν διατηρήσει τις εθνικές τους ρίζες, τουλάχιστον έχουν αποκτήσει τουρκική ανοσία. Ως παράδειγμα μπορεί να αποτελέσει η περίπτωση των Αρμενίων του Hamshen. Πολλοί από τους Αρμένιους του Hamshen ενοποιήθηκαν γύρω από την ιδέα της διαμόρφωσης ξεχωριστής εθνικής ομάδας καθώς και των μαρξιστικών ιδεών και απελευθερώθηκαν από τα νύχια της τουρκοποίησης. Και αυτό το γεγονός μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορούμε να περάσουμε μαζί μια μαζική πολιτιστική θεραπεία μνήμης.
Μπορούμε να τους ξαναβρούμε μέσω της αφύπνισης των εθνικών μας αξιών. Σ’αυτό έγκειται η δύναμη, την οποία τρέμει κατά κύριο λόγο η παρούσα τουρκική κυβέρνηση. Εγκαταλελειμμένα εδώ και χρόνια τα μνημεία μας υφίστανται εν εξελίξει βανδαλισμό, εμφανή καταστροφή με έναν μόνο στόχο-να εξαλειφθεί εντελώς από τις πατρίδες μας η εθνική μνήμη των τελευταίων μαρτυριών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να μας γίνει μάθημα και να μας κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου καθώς επίσης να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα προς την κατεύθυνση της διατήρησης της πολιτιστικής μας κληρονομίας.
Η ανάγκη για την κοινή δράση θα μας αναγκάσει να προβούμε σε πολιτισμικό διάλογο και με την τουρκική κοινωνία. Θεωρώ πως τελικά για την αντιμετώπιση της ιστορίας ο πολιτισμικός διάλογος θα αποτελέσει έναν σημαντικό παράγοντα. Πράγματι, αν κατευθύνομε τις ενωμένες προσπάθειές μας με σκοπό την ανάδειξη του πολιτισμού και των εθίμων μας, θα γεννηθούν πολλά ερωτηματικά, πολλά «γιατί;». Αυτού του είδους αναζητήσεις ήδη υπάρχουν στην κοινωνία τους. Βλέπουμε Τούρκους διανοούμενος, οι οποίοι στο πλαίσιο αυτού του πολιτισμικού διαλόγου ήδη άρχισαν να κατανοούν πολλά πράγματα. Άρχισαν ήδη να ανακαλύπτουν το μεγάλο τουρκικό ψέμα.
Ως εκ τούτου, έφτασε η στιγμή, που πρέπει να καθοδηγηθούμε σε ένα κοινό πρόγραμμα όχι μόνο πολιτισμικής, αλλά και νομικής αποκατάστασης του αδιαμφισβήτητου και αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος για τη κοινή μας πατρίδα. Γι’αυτόν τον σκοπό από την πλευρά μας προτείνουμε στους αδελφικούς μας λαούς να αναλάβουμε μαζί τη πρωτοβουλία και να συγκαλέσουμε ένα διεθνές συνέδριο με θέμα τους διωγμένους λαούς της Μικράς Ασίας.
Έτσι, η αντιμετώπιση των προκλήσεων της πραγματικότητας μετά τη γενοκτονία που έχουν υποστεί οι λαοί της Μικράς Ασίας και ο συνεχής αγώνας για την αναγνώρισή της από τη διεθνή κοινότητα πρέπει να συμπεριληφθούν στα βήματα που πρέπει να γίνουν ώστε να ενισχύσουν την παρουσία μας στη σημερινή Τουρκία. Δίνοντας ιδιαίτερη προτεραιότητα στον πολιτισμικό διάλογο, την καταπολέμηση της μη ανεκτικότητας, την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εθνικών μειονοτήτων που παραβιάζονται, θα προσπαθήσουμε να σταθούμε αντάξιοι και να διαμορφώσουμε το μέλλον μας και το μέλλον της κοινής μας πατρίδας».