
Αθήνα, 2 Αυγούστου 2016
Τοποθέτηση του
Υπεύθυνου Παιδείας και Θρησκευμάτων της ΝΔ
Μάξιμου Χαρακόπουλου
στην Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων,
με θέμα το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας «Ρυθμίσεις για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις»
2η συνεδρίαση-ακρόαση εξωκοινοβουλευτικών φορέων
.
«Εκ προοιμίου να πω, ότι γνωρίζοντας την εκτίμηση μου στο πρόσωπό του, θεωρώ υπερβολική την αντίδραση του Προέδρου του κ. Γαβρόγλου, για μια παρατήρηση διαδικαστικού χαρακτήρα.
Κύριε πρόεδρε,
ελέγχθηκαν παρά πολλά και θα πρέπει να υπάρχουν και κάποια σχόλια από όσα ακούστηκαν νωρίτερα και από τον Υπουργό και από εκπροσώπους φορέων.
Κατ’ αρχήν, με αφορμή την παρατήρησή μου χθες, ότι δεν είναι δυνατόν τη στιγμή που υπάρχουν εκπαιδευτικοί σύζυγοι ομογενών ή αλλογενών στο εξωτερικό και οι οποίοι μπορούν χωρίς επιμίσθιο να διδάσκουν στα ελληνικά σχολεία, τα αμιγή ή τα δίγλωσσα, άκουσα τον Υπουργό να μιλά και πάλι με στόμφο για πελατειακές σχέσεις, όταν με το νομοσχέδιο αυτό θεσπίζει διατάξεις που έχουν χαρακτήρα που μπορεί κανείς να πει ότι αγγίζει το ρουσφετολογικό, όταν ψαλιδίζει τα προσόντα των συντονιστών εκπαίδευσης ή των διευθυντών σχολικών μονάδων, περιορίζοντας το επίπεδο γνώσης της γλώσσας υποδοχής από Γ2 σε Γ1.
Τα είπα και χθες, αλλά μας είπε ο Υπουργός σήμερα, ότι δεν το κάνουν από πατριωτισμό ή γιατί μένουν στο εξωτερικό, στη Γερμανία για παράδειγμα, αλλά γιατί παίρνουν ένα επιπλέον επιμίσθιο από τα σχολεία αυτά που επιχορηγούνται από τη Βαυαρική Κυβέρνηση, από τις κατά τόπους κυβερνήσεις των κρατών που συναποτελούν το γερμανικό ομόσπονδο κράτος. Αν είναι έτσι, να ελεγχθούν κύριε Πρόεδρε, αν παρανόμως γίνεται κάτι τέτοιο, να αντιμετωπιστεί. Αλλά ποια είναι η απάντηση που μας δίνει ο Υπουργός; Ότι ενδεχομένως, επειδή κάποιοι παίρνουν αυτό το επιμίσθιο από το γερμανικό κράτος, εμείς θα στέλνουμε από την Ελλάδα εκπαιδευτικούς που θα τους δίνουμε κι εμείς επιμίσθιο. Ακατανόητος ο συλλογισμός του!
Χαίρομαι επίσης, γιατί ο Υπουργός αναγνώρισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ως Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, είναι αυτός που ζήτησε από το Σώμα των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, έλεγχο για τα ΤΕΕ που έδιναν παράτυπους τίτλους. Επί των ημερών,επίσης, του Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης ξεκίνησε η μεγάλη προσπάθεια για την αποκάλυψη των δημοσίων υπαλλήλων που διορίστηκαν με πλαστά δικαιολογητικά, με πλαστά πτυχία, με πλαστούς τίτλους και απομακρύνθηκαν από το δημόσιο. Μακάρι αυτή η προσπάθεια να έβρισκε συνέχεια.
Ελέχθησαν πολλά για τα παράτυπα. Μίλησα κι εγώ χθες στην πρωτολογία μου. Όσον αφορά στον έλεγχο των παράτυπων πτυχίων και την επέκταση της ισχύος του νόμου Γιαννάκου μετά το 2008, εμείς πιστεύουμε ότι μετά το θόρυβο που έγινε τότε ουδείς μπορεί να επικαλεστεί άγνοια. Δεν πιστεύουμε, λοιπόν, ότι ο νόμος θα πρέπει να γίνει η κολυμπήθρα του Σιλωάμ, δίνοντας ευκαιρία νομιμοποίησης των τίτλων που ελήφθησαν μετά το 2008. Σε μια εποχή που εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι με προσόντα, αδυνατούν να βρουν δουλειά, όταν χιλιάδες αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό για ανεύρεση εργασίας, είναι προκλητικό να τακτοποιηθούν έτσι, διασφαλίζοντας την παραμονή τους στο δημόσιο, όσοι ενσυνείδητα αναζήτησαν πτυχία από ΤΕΕ, όπως αυτό της Άρτας μετά το 2008. Δεν θα μπω στονπειρασμό να σχολιάσω το γεγονός, ότι άκουσα για πρώτη φορά τον κ. Φίλη να μιλά θετικά για την αξιολόγηση, έστω την αξιολόγηση των ιδιωτικών σχολείων.
Χαίρομαι κύριε Πρόεδρε, επίσης, ακούγοντας τον κ. Παϊση και άλλους εκπροσώπους φορέων, για την αναγνώριση του έργου και των παρεμβάσεων των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας διαχρονικά για την ιδιωτική εκπαίδευση, τόσο με την παρέμβαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή επί υπουργίας Γεωργίου Ράλλη, το 1977, που έθεσε το θεσμικό πλαίσιο, αλλά και την παρέμβαση Σιούφα–Γιαννάκου το 2007, για τον προγραμματισμό των διδάκτρων και την αποφυγή αυθαιρεσιών από μέρους των ιδιοκτητών.
Μένω, λοιπόν, σε αυτά που ελέχθησαν. Είπε ο κ. Κουρουτός, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπε χθες και ο Υπουργός, προσπάθησα να τον διακόψω τότε, αλλά δεν ακούστηκε προφανώς, ότι αναφέρθηκα ότι ισχύει σήμερα η 6ετία όσον αφορά στη δυνατότητα απολύσεως του 1/3 των εργαζομένων. Εκείνο που είπα κύριε Κουρουτέ, αν δείτε το κείμενο της ομιλίας μου, είναι ότι κατά τον ν. 682/77 και το μνημόνευσα, γιατί ο Υπουργός μίλησε με καλά λόγια για τον εμπνευστή του νόμου, υπήρχε αυτή η πρόνοια. Αν, λοιπόν, η Κυβέρνηση τόσο πολύ πιστεύει ότι πραγματικά εκείνος ο νόμος ανταποκρίνεται στα δεδομένα της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ας τον εφαρμόσει και ας επανέλθει στις παραμέτρους εκείνου του νόμου.
Έρχομαι τώρα στα ερωτήματα προς τους εκπροσώπους του χώρου της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ιδιοκτήτες και εργαζόμενους. Επειδή πολύς θόρυβος έγινε όλο αυτό το διάστημα για καταγγελίες εντός ή εκτός εισαγωγικών για μαύρη εργασία, θα ήθελα να ξέρω εάν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για αδήλωτη εργασία από ελέγχους και τι ακριβώς λένε αυτά. Αν ένας ιδιωτικός εκπαιδευτικός προσλαμβάνεται από κάποιο σχολείο και στον πρώτο χρόνο διαπιστώνεται ότι είναι ακατάλληλος εκπαιδευτικά, γιατί θα πρέπει το σχολείο να τον κρατήσει για έναν ακόμη χρόνο και μετά να καταγγείλει τη σύμβαση;
Επειδή ρίχνονται ονόματα στην αρένα και σήμερα έγινε κι αυτό, θέλω να πιστεύω όχι για δημιουργία εντυπώσεων. Καλό θα είναι να ξέρουμε ποιο είναι το ποσοστό των εκπαιδευτικών που απολύθηκαν κατά την τελευταία τριετία. Ποιο είναι το ποσοστό των ελεγχθέντων από την Επιθεώρηση Εργασίας Ιδιωτικών Σχολείων στα οποία παρατηρήθηκαν παραβάσεις. Για ποιο λόγο ένας ιδιοκτήτης ιδιωτικού σχολείου να θέλει να απολύσει έναν καλό εκπαιδευτικό που είναι εξαίρετος στη δουλειά του, αγαπητός από τους μαθητές του, ένας εκπαιδευτικός που σε τελική ανάλυση, αποτελεί διαφήμιση για το σχολείο;
Το ιδιωτικό σχολείο ως μια ιδιωτική επιχείρηση, για να μπορεί να πληρώνει τους εκπαιδευτικούς του και το προσωπικό του γενικότερα, θα πρέπει να έχει τα απαιτούμενα έσοδα, τα οποία προέρχονται αποκλειστικά από τα δίδακτρα των μαθητών. Αντιλαμβάνομαι την ευαισθησία που διατυπώθηκε που είναι και δική μας ευαισθησία για την προστασία των εργαζόμενων ιδιωτικών εκπαιδευτικών, αλλά πόσο λογικό φαίνεται ένα εκπαιδευτήριο να είναι υποχρεωμένο να αμείβει κάποιον εκπαιδευτικό, χωρίς να τον έχει ανάγκη, αναθέτοντάς του ακόμη και εικονικές ή μη αναγκαίες εργασίες για να συμπληρώσει το πλήρες ωράριο του διοριστηρίου του;
Πώς μπορεί να θεμελιωθεί από ένα υπηρεσιακό συμβούλιο αν μια καταγγελία σύμβασης είναι καταχρηστική ή μη καταχρηστική, όταν αυτό είναι πολύ δύσκολο να γίνει και από τα ίδια τα δικαστήρια;
Όσον αφορά την τροπολογία για τα φροντιστήρια -οι ερωτήσεις απευθύνονται στους εκπροσώπους του χώρου των φροντιστηρίων και των κέντρων ξένων γλωσσών- να επισημάνω, βεβαίως, την παρατήρηση ότι δεν υπήρξε κανένας διάλογος με τους εκπροσώπους αυτούς. Κύριε Υπουργέ, θέλω να πιστεύω ότι δεν είναι γιατί τους θεωρείτε ιδεολογικούς σας εχθρούς. Άκουσα ότι έχετε την πρόθεση να κάνετε διάλογο μαζί τους.
Σημειώνοντας ότι κατά κανόνα οι φροντιστές είναι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί κύριε Πρόεδρε, το ερώτημα είναι κατά πόσο από την υποχρέωση αποστολής των εβδομαδιαίων ωρολογίων προγραμμάτων, προκύπτει ένα επιπλέον διοικητικό άχθος, μία επιπλέον γραφειοκρατία αντί να υπάρχει απλοποίηση μέσω μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας, όπως ελέχθηκε. Προφανώς, θα πρέπει να γίνεται έλεγχος, αλλά η Πολιτεία να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη ευελιξίας των φροντιστηρίων και των κέντρων ξένων γλωσσών.
Όσον αφορά τον καθορισμό πλήρους ωραρίου με 21 ώρες, όταν στη δημόσια εκπαίδευση το ωράριο είναι 23 ώρες, με επιπλέον ώρες για διοικητικά καθήκοντα, το ερώτημα είναι, αν αυτή τελικά η υπερβολή οδηγήσει στα αντίθετα αποτελέσματα με την έξαρση της παραπαιδείας των ιδιαίτερων μαθημάτων, της αδήλωτης εργασία, με λουκέτα ιδιαίτερα σε μικρά και συνοικιακά φροντιστήρια.
Αν υπήρχε ο απαραίτητος χρόνος στην Επιτροπή μας, πιστεύωότι θα είχαμε περισσότερους εκπροσώπους της Ομογένειας και των εκπαιδευτικών και των Ελληνικών Κοινοτήτων. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση νομοθετεί με έναν τρόπο που ακόμα και τα νομοσχέδια που δεν είναι με διαδικασία κατεπείγοντος, τελικά, στην πράξη, γίνονται με διαδικασία κατεπείγοντος. Έτσι, έχουμε μόνο την εκπρόσωπο Ομογενών μας από τηνΈσση, η οποία με την τοποθέτησή της μας άγγιξε ιδιαίτερα.
Θα ήθελα να τη ρωτήσω -στον βαθμό που μπορεί να μας απαντήσει, αν και μας έδωσε μια εικόνα μιας ιδιαίτερης περιοχής όπου δεν υπάρχουν ούτε αμιγή, ούτε δίγλωσσα σχολεία- αν, η κατάργηση των αμιγώς Ελληνικών σχολείων, πιστεύετε ότι θα συμβάλει στην ενίσχυση των δεσμών της Ομογένειας με την Ελλάδα ή ενδέχεται να κόψει και τους υφιστάμενους δεσμούς; Πόσο πιθανό, εκτιμάτε ότι είναι, οι Ομογενείς να προτιμήσουν τα αμιγώς ξενόγλωσσα, παραδείγματος χάριν τα Γερμανικά σχολεία, σε ενδεχόμενο κατάργησης των Ελληνικών σχολείων, που σύμφωνα με τον νόμο, δρομολογείται από το 2018; Ποιο είναι το εκπαιδευτικό κύρος που έχουν τα υφιστάμενα δίγλωσσα σχολεία, γενικά, στον τόπο που λειτουργούν και ειδικότερα στην Ομογένεια; Τέλος, πόσο σημαντικό προσόν θεωρείται, για έναν συντονιστή εκπαίδευσης, η άριστη γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής;
Ευχαριστώ».