«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Αναμφίβολα ο Μιλτιάδης Έβερτ υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα στην πρόσφατη πολιτική ζωή της χώρας. Τα ιδιαίτερα χαρίσματα, τα οποία τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό σε όσους τον γνώρισαν, ήσαν πολύ ανθρώπινα.
Υπήρξε σε όλη του τη διαδρομή στον πολιτικό στίβο, από τα νιάτα του ίσαμε το τέλος, ένας αυθόρμητος και αυθεντικός χαρακτήρας. Ένας πολιτικός έξω καρδιά, που διέθετε πηγαίο χιούμορ, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιστάσεις.
Δεν συμβιβάστηκε ποτέ με ένα τεχνητό προσωπείο, σε ένα ίματζ, όπως είναι η λέξη του συρμού. Την ψεύτικη εικόνα, δηλαδή, που κατασκευάζουν οι σύμβουλοι επικοινωνίας ώστε να είναι αρεστοί οι πολιτικοί στην κοινή γνώμη με βάση τις επιταγές των ΜΜΕ. Δεν αλλοιώθηκε ο πυρήνας της πολιτικής του σκέψης και ο τρόπος της πολιτικής του δράσης από ψευδεπίγραφες επικοινωνιακές ανάγκες. Ο Έβερτ ήταν αυτό που φαινόταν, με όποιο κόστος.
Βέβαια, από μόνα τους τα χαρακτηριστικά αυτά δεν θα έφθαναν για να επιτρέψουν την ανοδική πορεία που διέγραψε στην πολιτική ζωή της χώρας. Τα συνδύαζε με δύο ακόμη πολύτιμα προτερήματα του χαρακτήρα του: την αποτελεσματικότητα και την αποφασιστικότητά του.
Αποφασιστικότητα, που την εκδήλωνε σε κάθε φάση της διαδρομής του. Ό,τι έκρινε ότι ήταν σωστό το έπραττε, με όποιο κόστος. Θυμόμαστε όλοι τους ορίζοντες που άνοιξε με την ελεύθερη ραδιοφωνία στο δήμο της Αθήνας. Δεν θα υπερβάλλω νομίζω αν πω ότι η θεληματική του ισχύς έφθανε στα όρια της επαναστατικότητας, της επιθυμίας για πραγματικές ανατροπές. Πολλές φορές βέβαια, μπροστά από την εποχή του, από τις διαθέσεις της κοινωνίας ή και του κόμματος. Θυμούμαι μάλιστα ότι πίστευε στην ανάγκη μιας ειρηνικής επανάστασης, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, για να αλλάξουν τα κακώς κείμενα στον τόπο. Και γι’ αυτό εμπιστεύονταν νέους ανθρώπους και τους παρότρυνε να ασχοληθούν με τα κοινά.
Αλλά διακρινόταν και για την αποτελεσματικότητά του. Κάθε στόχο που έβαζε το επετύγχανε με σχέδιο, με πρόγραμμα, με στρατηγική. Δεν τα άφηνε στη τύχη τους. Δεν έμενε στην ρητορική εξαγγελία. Ανήκε στην καραμανλική σχολή. Ήταν κατεξοχήν ένας πολιτικός της πράξης και όχι των λόγων.
Ο Μιλτιάδης Έβερτ πίστευε στην ανάγκη της εθνικής συμφιλίωσης και εργάστηκε γι’ αυτή. Ξεχώριζε για το ήθος, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και την εντιμότητά του. Στη μακρά πολιτική του διαδρομή, κατά την οποία του δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσει εξουσία –είτε ως δήμαρχος Αθηναίων, είτε ως κορυφαίος υπουργός, είτε ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης- απ’ όποια θέση και αν πέρασε δεν επέτρεψε ποτέ να δημιουργηθούν σκιές και ερωτηματικά.
Σήμερα, ιδιαίτερα σε αυτές τις δραματικές συνθήκες που βιώνει η χώρα, αυτά τα χαρακτηριστικά του Έβερτ είναι απαραίτητα περισσότερο από ποτέ. Σήμερα, που πλέον αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο λαϊκισμός οδήγησε τη χώρα στο βάραθρο της χρεοκοπίας, χρεοκόπησε και ο ίδιος, απαιτούνται οι αποφασιστικοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί.
Όπως επίσης για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού κόσμου, που έχει τρωθεί σε τέτοιο βαθμό, απαιτείται η επανασύνδεση της ηθικής με την πολιτική. Ηθική που παρέμεινε άμεμπτη στον πολιτικό βίο του Έβερτ. Το ηθικό του ανάστημα του το αναγνώρισαν άλλωστε όλοι. Ακόμη και οι πολιτικοί του αντίπαλοί.
Ηθική που συνδυαζόταν με έναν γνήσιο πατριωτισμό, με βαθιά αγάπη για την Ελλάδα, για την ιστορία της, για τους ανθρώπους της, με μια στέρεη πεποίθηση για ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Αυτό που χρειαζόμαστε και εμείς, πολιτικοί και πολίτες, όλοι όσοι ζούμε και αγαπούμε αυτή τη χώρα: Την ελπίδα ότι θα ξημερώσει ένα καλύτερο αύριο, ότι θα χαράξει μια νέα ημέρα για τον ελληνισμό.
Ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν ένας πολιτικός του καθήκοντος. Είχε συναίσθηση της ευθύνης του έναντι της πατρίδας και του χρέους του απέναντι στους πολίτες. Εργάστηκε σκληρά, με επιμονή και πάθος σε όποια θέση ευθύνης και αν βρέθηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Η κληρονομιά του Μιλτιάδη Έβερτ δεν θα ξεχαστεί. Όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε και να εργαστούμε μαζί του θα θυμόμαστε πάντα την παρακαταθήκη που άφησε πίσω του με το προσωπικό του παράδειγμα: το ήθος, το αληθινό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο της βιοπάλης και την αποτελεσματικότητα. Γιατί, όπως είπα, ο Έβερτ δεν ήταν πολιτικός των λόγων, αλλά των έργων. Και έτσι θα τον θυμόμαστε».