«Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιτρέψτε μου, πριν μπω στο νομοσχέδιο, να ξεκινήσω με τις χθεσινές ανακοινώσεις του Υπουργού Οικονομικών και Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, ο οποίος, αναφερόμενος στις συγχωνεύσεις και στις καταργήσεις μιας σειράς οργανισμών και φορέων του δημοσίου, μνημόνευσε και τις συγχωνεύσεις φορέων του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ένας εκ των οποίων είναι και ο ΕΛΟΓΑΚ.
Πρόκειται για μία αδικαιολόγητη απόφαση που στόχο έχει καθαρά τον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης και ιδιαίτερα των μη αγροτών και κτηνοτρόφων, διότι ο ΕΛΟΓΑΚ δεν επιβαρύνει ούτε κατά ένα ευρώ τον Κρατικό Προϋπολογισμό, χρηματοδοτείται αποκλειστικά και μόνο από τις εισφορές των κτηνοτρόφων. Είναι ένας οργανισμός που έγινε με αίτημα του κτηνοτροφικού κόσμου από την προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με στόχο τον έλεγχο και την πάταξη των παρανομιών, των ελληνοποιήσεων στο χώρο του γάλακτος και του κρέατος.
Οι αντιδράσεις του κτηνοτροφικού κόσμου είναι έντονες, αλλά φαίνεται ότι απευθύνονται σε «ώτα μη ακουόντων».
Σε κάθε περίπτωση από την απόφασή σας, κύριε Υφυπουργέ, από την απόφαση της Κυβέρνησής σας να καταργήσει τον ΕΛΟΓΑΚ, αν κάποιοι χαίρονται, αυτοί θα είναι στο χώρο του καρτέλ του γάλακτος και στο χώρο όσων παρανομούν, εισάγοντας και εμφανίζοντας ως ελληνικά ξένα αμνοερίφια. Έστω και την τελευταία στιγμή, σας καλούμε να αναθεωρήσετε.
Έρχομαι τώρα στο νομοσχέδιο που συζητούμε για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι στη δεκαετία του 1980 αλώθηκαν από τον κομματισμό και μεταμορφώθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις, σε εστίες κακοδιαχείρισης και σκανδάλων. Από τους επτάμισι χιλιάδες συνεταιρισμούς, ελάχιστοι είναι ενεργοί, ενώ οι υπόλοιποι είναι συνεταιρισμοί-«σφραγίδες» και συνεταιρισμοί-«μαϊμούδες», που λειτουργούν περισσότερο ως εκλογικός μηχανισμός αναπαραγωγής ενός φαύλου, ενός αμαρτωλού συστήματος.
Η εξυγίανση, λοιπόν, των αγροτικών συνεταιρισμών είναι στόχος με τον οποίο κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει και πάντως, όχι η Νέα Δημοκρατία. Το ξεκαθάρισμα των ενεργών από τους ανενεργούς συνεταιρισμούς-μαϊμούδες», η καθολική συμμετοχή των αγροτών στην ανάδειξη της ΠΑΣΕΓΕΣ και ο κρατικός έλεγχος και η εποπτεία για τη νομιμότητα των πράξεων των συνεταιρισμών είναι βασικές θέσεις της Νέας Δημοκρατίας.
Τις θέσεις αυτές διακηρύττει και η Κυβέρνηση ότι υπηρετεί με το σχέδιο νόμου. Είναι όμως έτσι; Φοβούμαι ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων πρόκειται για ένα μετέωρο και ατελέσφορο βήμα αυτό που επιχειρείται με το σχέδιο νόμου. Πρώτα από όλα, δημιουργούνται αβεβαιότητες και ανασφάλειες στους αγρότες, που τους αποθαρρύνουν να συνεταιριστούν.
Βασική αρχή για εμάς, κύριε Υπουργέ, είναι η εξυγίανση σε συνδυασμό με τη βιωσιμότητα του συνεταιριστικού κινήματος. Με το νομοσχέδιο αυτό δεν υπάρχει γενναία ρύθμιση των οφειλών και της υποθηκευμένης περιουσίας των αγροτικών συνεταιρισμών και των ενώσεων, έτσι ώστε οι νέοι αγροτικοί συνεταιρισμοί να ξεκινήσουν με μία νέα αφετηρία χωρίς τα βάρη του παρελθόντος.
Διαφωνούμε με τον καταναγκαστικό χαρακτήρα και την κρατική παρέμβαση σε θέματα που μπορούν να ρυθμιστούν από τις αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των νέων αγροτικών συνεταιρισμών. Ουσιαστικά, βιάζεται η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και αμφισβητείται η ευθύνη των μελών που συναποτελούν τους συνεταιρισμούς.
Εάν κάποιες Ε.Α.Σ., για παράδειγμα, θέλουν να μετατραπούν σε Α.Ε.Σ., ας το αποφασίσουν τα φυσικά τους μέλη και οι ίδιοι οι συνεταίροι. Γιατί θα πρέπει το κράτος, η πολιτεία, να εμφανίζεται ως «πατερούλης» και ουσιαστικά να αποφασίζει γι’ αυτές με την απειλή της κατάργησης, της διαγραφής τους ή της εκκαθάρισης;
Νομίζω ότι η γνωμάτευση, η έκθεση της Διεύθυνσης των Επιστημονικών Μελετών της Βουλής είναι κατηγορηματική. Διαβάζω κατά λέξη στη σελίδα 13 τις παρατηρήσεις επί του άρθρου 19, παράγραφοι 2,3 και 8: «Πράγματι, μολονότι η μετατροπή ή η συγχώνευση των υφιστάμενων οργανώσεων, ιδίως των Ε.Α.Σ., γίνεται, κατά την παράγραφο 2, με απόφαση των οικείων γενικών συνελεύσεων, που λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών, δεν πρόκειται για μετατροπή ή συγχώνευση που αποφασίζεται ελευθέρως, αφού η επιλογή της μη μετατροπής ή συγχώνευσης συνεπάγεται κατά την παράγραφο 3Α’ τη διαγραφή της συγκεκριμένης οργάνωσης από το Μητρώο και την αναγκαστική εκκαθάριση της».
Για εμάς, κύριε Υπουργέ, η γνωμάτευση αυτή της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής είναι «κόκκινη γραμμή». Διαφωνούμε με τον καταναγκαστικό χαρακτήρα και την κρατική παρέμβαση σε θέματα που μπορούν να ρυθμιστούν από τις αποφάσεις των γενικών τους συνελεύσεων, όπως σας είπα και νωρίτερα.
Όσον αφορά τα δημοπρατήρια, διαφωνούμε με την ασφυκτική κρατική παρέμβαση. Εκεί όπου η αγορά μπορεί να ρυθμίσει αυτά τα θέματα, γιατί θα πρέπει να παρεμβαίνει η πολιτεία; Γιατί δύο και όχι τρία ή ένα δημοπρατήρια; Γιατί είναι αναγκαία σε αυτά η κρατική παρουσία; Κατά τη γνώμη μας, είναι αρκετή η πρόνοια το 51% να ανήκει στους Ο.Τ.Α. και στις συνεταιριστικές οργανώσεις.
Είναι αναγκαία η επαναφορά του εποπτικού συμβουλίου στους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Ήταν λάθος η κατάργησή του στη δεκαετία του 1980 και το πληρώσαμε. Βλέπω ότι στις νομοτεχνικές διορθώσεις που μοιράσατε το πρωί επανέρχεται. Η εποπτική αρχή της πολιτείας θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, πιο ευέλικτη και πιο λειτουργική και όχι ένα πολυμελές, εννεαμελές συμβούλιο, που διορίζεται ανάλογα με τις προθέσεις της εκάστοτε ηγεσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.
Έρχομαι τώρα, κύριε Υπουργέ, στη χρηματοδότηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Θεωρώ λάθος το μήνυμα, που στέλνετε ως Κυβέρνηση, με την κατάργηση του λογαριασμού για τη χορήγηση υποτροφιών σε παιδιά αγροτών που μπαίνουν στα πανεπιστήμια, στα ΑΕΙ, στα ΤΕΙ για να σπουδάσουν σε αντικείμενα σχετικά με τον αγροδιατροφικό τομέα. Πιστεύω ότι είναι λάθος ο συνδικαλισμός να είναι κρατικοδίαιτος. Εσείς επιμένετε στην ίδια αυτή τακτική με τη χρηματοδότηση της ΓΕΣΑΣΕ και της ΣΥΔΑΣΕ.
Τέλος, επειδή πολλά λέγονται, είτε φωναχτά, είτε ψιθυριστά, νομίζω ότι είναι αναγκαία η επέκταση του πόθεν έσχες και στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των αγροτικών συνεταιρισμών και, βεβαίως, μέχρι τους συγγενείς πρώτου βαθμού.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κάθε κρίση μπορεί να είναι και μία ευκαιρία. Η κρίση που περνά η χώρα μας, η κρίση των τελευταίων δύο χρόνων, μπορεί να είναι και μία ευκαιρία για την αναστροφή της αστυφιλίας και την αναζωογόνηση της ελληνική περιφέρειας. Για να υπάρξει, όμως, πραγματική ανάταξη της αγροτικής παραγωγής, είναι αναγκαία η εξυγίανση και η ενδυνάμωση των αγροτικών συνεταιρισμών, γιατί έτσι μόνο θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της νέας εποχής.